Our Gallery

Contact Info

[ ΕΓΡΑΨΑΝ & ΜΙΛΗΣΑΝ ]

Για τον Μανώλη Σαριδάκη

Υπάρχει πάντα διαφορά μεταξύ ενός έργου που είναι διαθέσιμο στο θεατή και ενός έργου που είναι προσιτό στον θεατή.

Οι ιστορίες οι πλοκές οι αφηγήσεις από τις οποίες πιανόμαστε, είτε ως θεατές αλλά και ως δημιουργοί (και πολλές φορές εκφράζουν τους δεσμούς μας με τον εμπράγματο κόσμο) δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε αυτό πού με μοναδικό τρόπο το έργο μας αποκαλύπτει ότι, εν τέλει η ιστορία που μας φανερώνει ένα έργο περισσότερο δεν είναι άλλη από την ίδια την ιστορία της δημιουργίας του.

Στη δουλειά του Μανώλη Σαριδάκη αναγνωρίζουμε αρχικά οικίες μορφές να οργανώνουν μια νέα απροσδόκητη εικόνα.
Στους αναθεωρητικούς καιρούς μας η σιγουριά που μας έδιναν οι θεσμοί, έχει πια χαθεί. Ο δημιουργός έχει εγκαταλείψει τους κανόνες εκεί όπου αυτοί απέτυχαν – και ως τώρα απέτυχαν με την μορφή του δόγματος – για να αναλάβει τον ρόλο του αρχιτέκτονα η φαντασία και οι συσσωρευμένες εικόνες στη μνήμη.

Παρά την εικονική οικειότητα των μορφών του (θάλασσα, κυματοθραύστες κ.λ.π ) το έργο του αρθρώνει μέσα του ενδοζωγραφικές συγκρούσεις και αλληλεπιδράσεις, μια νέα δομική συνεκτικότητα στην εικόνα.
Ανησυχεί και ξεβολεύει την αντιληπτική μας τάξη.
Το πραγματικό αποδίδεται με διαστάσεις πραγματικού και το φανταστικό με την απτότητα πραγματικού. Ο θεατής είναι δύσκολο να διακρίνει τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό.
Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνει να μας μετατοπίσει από μια συμβατική περιγραφική τοπιογραφία στη μετέωρη και ενεργητική περιοχή της Ατοπίας.
Μετα-κίνηση για την οποία το έργο παραμένει το μοναδικό όχημα

Δεν πρόκειται όπως συνήθως, για απλές συναισθηματικές κατασκευές εικόνων, αλλά για ένα συγκροτημένο μηχανισμό, όπου προθέσεις, τρόποι, χειρισμοί συνλειτουργούν και αντιπαρατίθενται, ενώ εκτίθενται σε μια συνεχή δοκιμασία.
Η ροή και η χρονικότητα της αέναης κίνησης της θάλασσας, ερμηνεύεται στο ζωγραφικό χώρο με επαναληπτικές χειρονομίες σε αντιπαράθεση με τις κλειστές μορφές(νοητικοί εγκιβωτισμοί της θάλασσας, σκυρόδετα μπλοκ και κυματοθραύστες) που έρχονται σε αντιστοιχία με το φυσικό φαινόμενο να ανακόψουν και να περι-ορίσουν την ρευστότητα της ενέργειας προσδίδοντας στην αντίθεση ζωγραφική ένταση.
Με παιγνιώδη διάθεση, η χάρτινη βάρκα, μεταλλάσσει την κλίμακα της εικόνας και οι ιριδισμοί σαν δίχτυ η μια αδιόρατη σκευωρία, τον ήρεμο πυθμένα της θάλασσας.

Σκέφτομαι πως σήμερα αν κάπου πρέπει να αναζητήσουμε το μυστικό της ζωτικότητας της τέχνης είναι στη ψυχολογική διαθεσιμότητα του καλλιτέχνη να ενεργοποιεί συνέχεια αυτές τις μεταφορές, μετατοπίσεις, τους μετασχηματισμούς

.

Γιώργος Χαρβαλιάς
Ζωγράφος.

«Ανταύγειες υπό του ασημένιου ιχθύος» είναι ο αυθαίρετος πολιτικός, υπερ- ρεαλιστικός τίτλος που έδωσα στο κείμενο αυτό, το αφιερωμένο στην έκθεση του Μανώλη Σαριδάκη, με τίτλο: «Παρα θίν αλός» στο εργαστήρι του Γιώργη Κουνάλη που είναι θεματική και μορφολογική συνέχεια της έκθεσης «τοποθεσίες εντυπώσεων» στη γκαλερί «Ντιάνα» στην Αθήνα τον Μάιο του 2002.
Το έργο του Μανώλη Σαριδάκη ενώ είναι ευανάγνωστο σαν ένα αντι-κείμενο με απτή προσέγγιση, ταυτόχρονα ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους, στο βαθμό μάλιστα που η ρεαλιστική υφολογική αντιμετώπιση μεταβάλλεται σε υπερρεαλιστική διακριτικά χωρίς εμφατικές σουρεαλιστικές διατυπώσεις. Και είναι το πύκνωμα μιας νοηματικής αντίληψης που ξεκινάει και τελειώνει σ’ ένα έργο τόσο τεχνικά επιδέξιο που νομίζω ότι στη Κρήτη ίσως μόνο ο Β. Κελαϊδης και ο Θ. Kαλoύμενoς έχουν επιτύχει.
Επειδή ο Σαριδάκης είναι ένας δημιουργός που χρησιμοποιεί την ζωγραφική σαν στάση ζωής απέναντι σε καταστάσεις που τον περιβάλλουν με πνεύμα διακριτικό αλλά εμφανή ποιητικά κίνητρα, πρέπει να επισημάνω ευθαρσώς: Η ζωγραφική του Μανώλη είναι τόσο οικεία στον καθένα μας, γιατί ενώ επιμένει στις ευανάγνωστες θεματολογικές θαλασσινές εικόνες (θάλασσες ρηχές με βότσαλα, μοναχικά ασημένια ψάρια, χάρτινα καραβάκια, μπλόκια, σωσίβια κ.λ.π.) η επαναδόμηση του έργου του καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί, προσδίδουν ένα φιλοσοφικό υπαρξιακό υπόβαθρο στέρεο, μορφολογικά οριοθετημένο, αλλά αμφίδρομα επικοινωνιακό, αφού η εκφραστική του ανασύνθεση επιτρέπει όπως σε όλα τα έργα τα άξια λόγου άλλωστε, την υποκειμενική ανάγνωση του φιλότεχνου θεατή.
Αλληγορίες, χιουμοριστικοί υπαινιγμοί, αποδράσεις από το πραγματικό, φανταστικές ονειροβασίες, μπλοκαρίσματα κοινωνικά, αδιέξοδα διαπροσωπικών σχέσεων, κριτική αποστασιοποίηση, αλλά και όλη η γκάμα των τρυφερών αγγιγμάτων μονολόγων, διαλόγων, χορωδιών, γύρω από τους εξαίρετους ιριδισμούς που συνθέτουν μια ερμηνεία -και όχι αντιγραφή εντέλει- της φύσης.
Οδηγός του σ’ ένα έργο λαμπερό με ποιοτικά στάνταρ υψηλού επιπέδου ο εξαιρετικός-καλοσυνάτος χαρακτήρας του και η παιδεία του -τις βάσεις πήρε κοντά στον ζωγράφο πατέρα του- ενώ αφομοίωσε με τον καλλίτερο τρόπο σπουδές και ερεθίσματα για μια σύγχρονη καλλιτεχνική αντίληψη που δεν μένει στα λόγια η τις προθέσεις αλλά προβάλλεται στο έργο του.

Γιάννης Μαρκαντωνάκης

Γιάννης Μαρκαντωνάκης

Δεν ξέρω αν είναι πιο ευτυχισμένα σήμερα τα παιδιά στα μεγαλοαστικά κέντρα, όπου και ο χώρος είναι περιορισμένος και ο χρόνος τους χάνεται. Άλλωστε δεν είναι ο χρόνος του ήλιου και της νύχτας, αλλά των ηλεκτρικών φώτων που δεν τους επιτρέπουν να βλέπουν τα άστρα. Κατασκευασμένος χώρος και τρέξιμο από το σχολείο στο φροντιστήριο και στα ινστιτούτα ξένων γλωσσών. Σήμερα φυσικά και τα χωριά αστικοποιούνται.

Είχα την τύχη να γεννηθώ και να μεγαλώσω σ’ ένα χωριό, τη Ζίντα Αρκαλοχωρίου, όπου οι μελωδίες από τα πουλιά και τα κελαηδίσματά τους ομόρφαιναν τις μέρες μας. Απ’ την ανατολή ήταν τα περιβόλια με τους κοτσιφούς και τα γαρδέλια, κι από τον νότο οι ασκορδαλοί που έχτιζαν τις φωλιές τους κάτω από τους θύμους. Στα περιβόλια χιλιών λογιών πουλιά ερωτεύονταν και φώλιαζαν στις λεμονιές, στους βάτους και στα χαμόκλαδα. Τα κυνηγούσαμε κιόλας με τις σφεντόνες. Σήμερα ορισμένοι έχουν και τρέφουν σε κλουβιά πουλιά που κελαηδούν. Φυσικά οι φυλακισμένοι μόνο θλιμμένα τραγούδια λένε.

Δεν είμαι βέβαιος αν η φύση μιμείται την τέχνη ή η τέχνη τη φύση. Αλλά συχνά οι ζωγράφοι και τον χρόνο αιχμαλωτίζουν στα έργα τους και την μουσική. Δίκαια ονομάστηκε η ζωγραφική σιωπηλή ποίηση. Συχνά οι ζωγράφοι συμπληρώνουν τη θεϊκή δημιουργία.

Αιτία για τις παραπάνω σκέψεις μού έδωσε η επίσκεψη στην έκθεση ζωγραφικής του φίλου και άξιου ζωγράφου Μανώλη Σαριδάκη «Αντιστίξεις» που επισκέφτηκα πριν λίγες μέρες. Όχι μόνο έχει κατακτήσει με αγώνα και κόπο την τέχνη του, αλλά συνεχώς μάς εκπλήττει. Χρόνια τώρα συζώ με έναν πίνακά του που μου έχει χαρίσει και ταξιδεύω με τα καραβάκια του που αρμενίζουν στο πέλαγος. Στην έκθεση αυτή κατόρθωσε να μας μεταφέρει στον κόσμο των πουλιών.


Mανώλης Σαριδάκης. Ακροβασία 90 X 90 εκ. ακρυλικό σε καμβά, 2018

Μόνα ή ζευγαρωμένα μάς γοητεύουν με την ομιλούσα σιωπή τους. Το φως διαχέεται ευφρόσυνα μέσα από τα κλαδιά και τα φύλλα. Δεν γνωρίζω την τεχνική. Και η αισθητική συγκίνηση που μας χαρίζει η τέχνη δεν είναι πάντοτε εύκολο να αποτυπωθεί σε ένα κείμενο.

Μπορώ όμως να πω ότι ο Μανώλης Σαριδάκης δεν παρασύρθηκε ποτέ από τις μοτερνιστικές αγωνιώδεις προσπάθειες νέων καλλιτεχνών να πρωτοτυπήσουν καταργώντας τους κώδικες επικοινωνίας. Στην ιστορία της τέχνης οι επαναστάσεις και οι ανατροπές ίσως έχουν σημασία. Αν, όμως, εμείς οι άμουσοι έχουμε ανάγκη από διερμηνείς και ειδικούς για να αποκρυπτογραφήσουμε τους κώδικες κάθε έργου, αναγκαστικά η τέχνη μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι για λίγους υποψιασμένους και η αξία του έργου γίνεται υπόθεση χρηματιστηρίου.
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος λατρεύτηκε, όσο ζούσε, ξεχάστηκε τρεις αιώνες και ξανα-ανακαλύφθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Η επιμονή αφοσίωση στην τέχνη του και η κατάκτηση των μέσων του που είναι το χρώμα και το σχέδιο, θα δικαιώσουν τον ζωγράφο και φίλο Μανώλη Σαριδάκη, γιατί αγαπά τη δουλειά του και σέβεται τον θεατή των έργων του.

Η έκθεσή του λειτουργεί στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου, έναν καλαίσθητο χώρο που έχουν διαμορφώσει ο Κώστας Σχιζάκης και η σύζυγός του. Άνθρωποι ευαίσθητοι με ιδιαίτερη προσφορά στην πόλη του Ηρακλείου. Πολλά χρόνια υπηρέτησαν τον Δήμο και ο Κώστας από τη θέση του αντιδημάρχου. Αρκετοί χώροι θεατρικοί και άλλοι οφείλονται στην καλαισθησία τους. Μακάρι όλοι μας να αγαπούσαμε αυτήν την τόσο φιλόξενη πόλη όπως εκείνοι. Της αξίζει. Στον Μανώλη Σαριδάκη και το ζεύγος Σχιζάκη πέρα από την αγάπη μου αφιερώνω τους τελευταίους στίχους από ένα σονέτο του Σαίξπηρ.

Τόση πληθώρα αποκύημα της λύπης
Ήταν για μένα και καρπός χωρίς πατέρα
Το καλοκαίρι ξέρει εσένα, κι όταν λείπεις
Όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα
Κι αν κελαηδήσουν λένε πένθιμο κανόνα
Κι ωχριούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.
του Ζαχαρία Καραταράκη, Δεκ 10, 2018

Σαν μα «διήθηση, που δεν την αντιλαμβάνεται άλλος κανείς» ίσως γιατί αυτό το μυστικό φιλτράρισμα εν-κατοικεί στο ιστορικό κοινωνικό γίγνεσθαι του τόπου και που βγαίνει ποιητικά στα έργα του τρυφερού Μανώλη Σαριδάκη, του Ηρακλειώτη φίλου που ζωγραφίζει μέσα από ένα ιδιότυπο Ελληνικό υπερρεαλισμό -σκοτεινό και φωτεινό ταυτόχρονα- υπαινικτικό αλλά και αναλυτικό, όμως τόσο αυστηρά οργανωμένο στο τελάρο. Του αφιερώνω δυο στίχους από το ίδιο ποίημα ΧΧΙ σελ. 89 «κοίταζα το κομμάτι που χωρούσε στο μεγάλο τετράγωνο παράθυρο: λίγες καμένες στεριές και μια λουρίδα κύμα βαθυκύανο…»

Oδυσσέας Ελύτης “Ο μικρός ναυτίλος” εκδ. “Ικαρος” με προμετωπίδα του σπουδαίου και παραγνωρισμένου ζωγράφου του μοντερνισμού Γεράσιμου Στέρη.

Γιάννης Μαρκαντωνάκης – Χανιώτικα Νέα.

Λίζα Σκλάβου

Εγώ που δεν έχω πουλιά φυλακισμένα σε κλουβιά

( ένα κλουβί της μάνας μου σαπίζει στην αποθήκη )

ξυπνάω καμιά φορά από ’να σιγανό κελάιδισμα .»

Ε. Χ. Γονατάς, «Η κρύπτη»

Στην ενότητα «Αντιστίξεις» του καλού ζωγράφου Μανώλη Σαριδάκη κυριαρχούν δύο βασικά μοτίβα: πουλάκια μικρά μέσα σε πυκνά κλαδιά και λάμπες αιωρούμενες είτε πάνω από ήμερες γαλάζιες θάλασσες είτε ξεπροβάλλοντας απρόσμενα από πυκνά φυλλώματα.

Στην πραγματικότητα αυτό που κυριαρχεί είναι η ιδέα της αιώρησης, του ύψους και του ορίζοντα. Όλα τοποθετούνται ψηλά. Τα πουλιά κουρνιάζουν σε ψηλά κλαδιά, οι λάμπες φωτεινές αιωρούνται ελεύθερα μέσα από τα κλαδιά ή πάνω από γαλήνια θαλασσινά τοπία. Καμιά φορά ατέρμονα καλώδια – ή μήπως γραμμές σ’ ένα ουράνιο πεντάγραμμο – διασχίζουν την όψη της σύνθεσης υποχρεώνοντας το βλέμμα να ατενίζει σταθερά τον ουρανό.

Η αιώρηση όμως που μας επιβάλλεται είναι ανάλαφρη, παιγνιώδης, απελευθερωτική. Δεν είναι σκοτεινή και ιλιγγιώδης. Η ανθρώπινη κλίμακα υποτάσσεται στο μέγεθος της οικείας φύσης, μένει στις διαστάσεις της και τιθασεύεται ισορροπώντας ως μέρος του μεγάλου όλου. Προβάλλει ως αίτημα η δίψα για ουρανό, όπως λέει κι ο ποιητής, όχι το ανοίκειο και εξωφρενικό και απειλητικό μεγαλειώδες.

Όλες οι επιμέρους συνθέσεις που απαρτίζουν την ενότητα «Αντιστίξεις» μοιάζει να είναι ένας διάλογος με την εποχή: στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα ο άνθρωπος φανερά καθυποταγμένος στην ταχύτητα, κυνηγά τη συνεχή πρόοδο σχεδόν εμμονικά, ξεχνώντας όλες του τις επιφυλάξεις και τις εσωτερικές του διερωτήσεις, παραβλέποντας την πεπερασμένη φύση του, το μέγεθός του. Κι όμως η ουσιαστική φροντίδα μας δε χρειάζεται να είναι άλλη παρά η εντολή του ποιητή:

…Κι όταν τα πόδια μας γυμνά

Στη μαύρη θάλασσα θα μπουν

Θα μας ρωτήσουν: Πέστε μας αγαπήσατε;

Κι εμείς θλιμμένοι όσο ποτέ

Με το κεφάλι μας σκυφτό

Με μάγουλα να καίνε

Θα ψιθυρίσουμε

Ώ ναι, πολύ, πολύ ! …»

Αλέξ. Ίσαρης «Μετά τη δύση»

Ο Μανώλης Σαριδάκης λοιπόν με τη ζωγραφική του αφήγηση αντιστέκεται στην απανθρωποποίηση της πραγματικότητας , διεκδικεί κραυγάζοντας γαλήνια το δικαίωμα στη βραδύτητα, δηλαδή στην εσωτερική σκέψη , και τοποθετείται με το έργο του στη μακριά σειρά των καλλιτεχνών που αγωνίζονται να κατακτήσουν την απλότητα ,τη διαύγεια της ηχηρής σιωπής.

Μας λέει ο Μ. Σαριδάκης στο προλογικό του σημείωμα στον κατάλογο της έκθεσής του : «Με επεμβάσεις επάλληλες, ρυθμικές, διαφορετικές μεταξύ τους, η ζωγραφική αυτή ενότητα ενεργοποιεί το χρώμα με το ρυθμό, τη φόρμα με την απουσία, την τελευταία επαλληλία με τα υποστρώματά της, ώσπου να αποκαλυφθεί αιφνίδια το τέλος της ιστορίας, σαν πλοκή με πολλούς μίτους αφήγησης, διήγηση με πολλαπλές αναγνώσεις.»

Κι αυτός ο σκληρός αγώνας μένει μυστικός και ανομολόγητος, όπως πρέπει. Δεν προτάσσεται, δεν αποκαλύπτεται στον επισκέπτη της εκθέσεως, στον δέκτη του έργου , όπως ακριβώς πρέπει. Εκείνος, αθώος και αμέριμνο, χαίρεται το θρόισμα των νυχτερινών φυλλωμάτων που συνομιλούν με το «μεγάλο κίτρινο αυτί» (Ε. Χ. Γονατάς, ό. π.), το φεγγάρι, ή τα πύρινα και χρυσά κλαδιά, πυκνά, που κρύβουν πάντοτε πουλάκια κι αυτά. Μαγνητίζεται από το βλέμμα αυτών των ταπεινών στρουθίων που μοιάζει να του γνέφουν, να τον καλούν σε ταξίδια αποκαλυπτικά.

Και οι λάμπες του ζωγράφου. Το φως τους το κίτρινο, το εσπερινό, που μας οδηγεί πίσω, σε παλιές αυλές, σε εξοχικά καφενεία ξεχασμένων καλοκαιριών, σε μοναχικούς παραλιακούς δρόμους , σε τόπους γλυκιάς αποσιώπησης όπου η αναπνοή ελευθερώνεται και το χαμόγελο χαράσσεται μόνο του στα χείλη υπακούοντας απλώς στην ανάμνηση και τη χαρούμενη επιβεβαίωση ότι τα ανθρωπιστικά αιτήματα της εναρμόνισης του ανθρώπου με το τοπίο του, της προβολής του ιστορικού όλου ουσιαστικά εντός μας , δεν ξεχάστηκαν, δεν ξεθώριασαν. Είναι εδώ και στέκουν ενθαρρυντικά, και μας παρακινούν στον καλό αγώνα της αφαίρεσης: να αρνηθούμε τα περιττά και τα πολύπλοκα, τα θορυβώδη και παραπλανητικά, να αφεθούμε στη γυμνή και γαλανή απλότητα του ρυθμού και του μέτρου.

Ο ζωγράφος μας αφηγείται την κοπιώδη πορεία προς την ωραία, χαρούμενη, φτωχή, απελευθερωτική αφαίρεση. Καμιά φορά, γύρω απ’ την αιωρούμενη λάμπα του, σχηματίζεται μια διαφάνεια. Το φως οριοθετεί το χώρο; Μας κρατάει προστατευμένους μακριά από το ζόφο του σκότους; Ενισχύει το αίσθημα της ελαφρότητας, της εξαΰλωση; Υπαινίσσεται μια άλλη διάσταση; Συνομιλεί τεχνοτροπικά με τους παλαιούς διδασκάλους της διαφάνειας φτάνοντας ακόμα και στο κατώφλι του αρχαίου Πολυγνώτου στον ωραίο 4ον αιώνα π. Χ., το μεγάλο αιώνα της ελληνικής ζωγραφικής;

Το σίγουρο είναι ότι ο Μανώλης Σαριδάκης με σταθερό χέρι και γελαστή ματιά, μέσα από τους δρόμους του «σοβαρού που προάγεται σε παιγνιώδες» ( κατ/γος έκθεσης Μ. Σ.) μας οδηγεί σε μια καινούρια αναπνοή: φυσική, απλή, φωτεινή, ικανή να μας συνδέσει λυτρωτικά με τον εαυτό μας.

Κι εκεί που νομίσαμε ότι καταλάβαμε και κατακτήσαμε τους κώδικες και τα κλειδιά

« Μικρά

θορυβώδη

πουλιά

για λίγο στέκονται

πάνω στα ζήτα και τα δέλτα μου

τιτιβίζουν παρηχήσεις

κι ύστερα φεύγουν

φτερουγίζοντας

γι’ αλλού.

Άκου!

Τι, τι, τι θάρρησες, ποιητή;

Πως οι λέξεις σου θα ’τανε

ξώβεργες να μας πιάσουν;

Σπ. Κιοσσές «Κοίτα» από την ποιητ. συλλ. «Το κάτω κάτω της γραφής», Εκδ. μελάνι 2018.

Άλλωστε, το ξέρουμε πικρά ότι

«Τώρα που φύγαν όλοι

Μόνος σου ταξιδεύεις στο κενό.»

Αλεξ. Ίσαρης «Montsouris»

Κι η περιπέτεια, αυτή η σκληρή περιπέτεια, συνεχίζεται στο διηνεκές…

Λίζα Σκλάβου

* Τα αποσπάσματα από ποιήματα του Αλέξανδρου Ίσαρη περιλαμβάνονται στην ποιητική συλλογή «Θα επιστρέφω φωτεινός» εκδ.Άγρα, 2000.

* Τα αποσπάσματα κειμένων του Ε. Χ. Γονατά περιλαμβάνονται στη συλλογή κειμένων «Η κρύπτη» εκδ. στιγμή 1991.

 


Εξετάζοντας το έργο του Μανώλη Σαριδάκη, τον ορθολογισμό με τον οποίο χειρίζεται τις συνθέσεις του, την αίσθηση ισορροπίας και αρμονίας που αυτές αποπνέουν, τις σύνθετες τεχνικές που χειρίζεται, τις επαλληλίες των συνεχών παρεμβάσεων και εναποθέσεων ύλης πάνω στον καμβά, την υφή της επιφάνειας και όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του, κατανοούμε πως ακριβώς αυτά τα στοιχεία είναι που πρωταγωνιστούν, ανατρέποντας την αρχική μας εικόνα περί του κυρίαρχου εικονογραφικού θέματος (χάρτινες βάρκες, μπάλες πλαστικές, κ.λ.π.) ως ουσία του ζωγραφικού του περιεχομένου.
Έτσι, η διαφάνεια του νερού που ενίοτε παραμορφώνει το σχήμα των βοτσάλων ή το ψαράκι που βρίσκεται εν κινήσει, δεν είναι διαφάνεια: Παρουσιάζεται διαφανής ψευδαισθητικά, ενώ στην πραγματικότητα ο ζωγράφος έχει χρησιμοποιήσει ύλες (χρώματα) σε επάλληλες μάλιστα επιστρώσεις. Έτσι επίσης, το τόπι, ίσως να μην είναι τόπι τελικά, αλλά η κατάθεση των τριών βασικών χρωμάτων –κίτρινο, μπλε και κόκκινο σε ένα χρωματικό-σχεδιαστικό πείραμα. Κατά την ίδια έννοια, οι ιριδισμοί της θάλασσας ίσως να μην είναι τελικά παρά η αφορμή προκειμένου να αναζητηθεί η δυναμική του φωτός στη ζωγραφική.
Όπως λοιπόν χρησιμοποιεί ένα οπτικό φαινόμενο όπως ο ιριδισμός για να αναλύσει ένα αμιγώς ζωγραφικό ζήτημα, έτσι εξίσου δημιουργικά ξεκινά από την Αφαίρεση για να δώσει έργα που με ευκολία θα τα εντάσσαμε στα Παραστατικά. Και εδώ ακριβώς αναγνωρίζουμε τον δεξιοτέχνη ζωγράφο, που με ευρηματικότητα και γνωρίζοντας τους κανόνες της μορφοποίησης στην κενή επιφάνεια μας αποπλανά : Τα θέματά του ( ο ιριδισμός, το ανοιχτό παράθυρο με το βαρκάκι, η παραλία και το ψάρι, τα μπλόκια και το κύμα που σκάει ορμητικό πάνω τους κλπ.) κατ’ ουσίαν κωδικοποιούν στην επιφάνεια του έργου τα μέρη της τέχνης που υπηρετεί, δηλ. το Χρώμα ως ύλη και χώρο στη ζωγραφική επιφάνεια, το Φως και τις δυνατότητες της αντανάκλασης, την απόδοση στη σύνθεση του παλμού, της κίνησης και του ρυθμού, την αντίφαση του τεχνητού με το φυσικό και ως εργαλείων τεχνικής και στην αναπαράστασή τους. Τα παραστατικά στοιχεία αποτελούν εν τέλει σημάδια της ολοκλήρωσης της ζωγραφικής διεργασίας που με μία φράση θα αποκαλούσαμε την ποιητική της ψευδαίσθησης.
Έτσι προσλαμβανόμενο, το έργο του Μανώλη Σαριδάκη αποκτά προεκτάσεις που όχι μόνο διευρύνουν αλλά και ενδυναμώνουν αποφασιστικά την αρχική μας αίσθηση: ότι δηλαδή πρόκειται για έργο ενός απόλυτα συνειδητοποιημένου και σημαντικού Ζωγράφου.
Ντενίζ- Χλόη Αλεβίζου, 2007

Είναι δύσκολο να περιγράψεις με λέξεις αυτό που μπορείς να πείς μόνο με χρώμα, να τοποθετήσεις τα δικά σου όνειρα σε ένα καμβά και νa συναντήσειs τα όνειρα των άλλων
Καθώς ξανακοιτάζεις το χρώμα νιώθεις να είσαι παρών κι ας μην το ξέρεις. Υπάρχεις μέσα στο κάδρο γιατί κι εσύ ναυπήγησες κάποτε τον κόσμο σου σαν ένα χάρτινο καράβι, το βλέπεις από τότε να ταξιδεύει, κρατήθηκες από ένα βότσαλο γιατί έπρεπε να φεύγεις και να μένεις ταυτόχρονα, να ανοίγεις πανιά και την ίδια στιγμή να γαντζώνεσαι σε πέτρινες άγκυρες.
Ο Μανώλης Σαριδάκης βούτηξε το πινέλο του στο αρχέγονο και προσπάθησε να συνθέσει τον κόσμο από την αρχή, σαν ένα απόσπασμα μέσα από το οποίο αναδύεται η συνοχή και η ολότητα. Κι’ αν όλος ο κόσμος είναι σύνθεση αποσπασμάτων, χρόνος δομείται σαν όνειρο και αποδομείται σαν βίωμα. Είναι ο κόσμος που ταξιδεύει στο άχρόνο γίνεται παιγνίδισμα, αιωρείται και ταλαντεύεται διατηρώντας μια πρωτογενή ισορροπία, σαν την ισορροπία του ονείρου.
Πίσω από το κοσμογονικό γαλάζιο αναλύονται και αποσυντίθενται οι τόνοι σε μιαν ενυπάρχουσα συνοχή, μάλλον αρχέγονη, λες και ξεπηδά από την παιδική ηλικία του κόσμου. Έτσι ταυτίζεται ο χώρος με το χρόνο και αναλύονται σε συνθέσεις απαλλαγμένες από τη βαρύνουσα παρουσία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος απουσιάζει επειδή είναι πανταχού παρών, πίσω από τα πράγματα και σε απόλυτη αλληλεξάρτηση με αυτά η και σε απόσταση, φτάνει να καθρεφτίζεται στις αντανακλάσεις των υδάτων η να εισχωρεί στον απρόσιτο βυθό γνωρίζοντας πως πάντα καραδοκεί μια Αμφιτρίτη, μορφές αγνώστων μύθων και μορφές ζωής παράλληλες με τις δικές μας.
Ο δημιουργός αφήνει το δημιούργημα στον άχρονο χώρο, συντηρώντας μιαν ιδιότυπη μυθολογία στην οποία είμαστε έτοιμοι να ενδώσομε, όπως ενδίδομε στις αναμνήσεις, όπως ταξιδεύομε με μια χάρτινη βάρκα πάνω στην οποία ακουμπήσαμε κάποτε για να μη βουλιάξομε, όπως εν τέλει βουλιάζομε σε πέλαγα αναζητήσεων. Το ταξίδι της χάρτινης βάρκας είναι διαχρονικό και αιώνιο, ο ζωγράφος είναι ναυπηγός και ταξιδευτής, καραβοκύρης και συνταξιδιώτης, νοσταλγός και οραματιστής. Κάπου από το βάθος του χρόνου, παρελθόντος ή μέλλοντος δεν έχει σημασία, αναδύεται η απλότητα των πραγμάτων όλα είναι προσιτά γιατί τα γνωρίσαμε από νωρίς, γιατί ταξιδέψαμε στο ίδιο γαλάζιο.
Ο Μανώλης Σαριδάκης γνωρίζει καλά πως το όραμα μπορεί να είναι και ιδιωτικό και δημόσιο, πως μια βάρκα μπορεί να είναι παιγνίδι αλλά και απουσία, πως αυτός ο κόσμος είναι γεμάτος με αποσπάσματα ανθρώπων και πραγμάτων και πως στο τέλος η σύνθεση έρχεται σαν απροσδιόριστο χρέος, ίσως και σαν γλυκιά ουτοπία.
Ο Μανώλης μας αφήνει άμμο για να περπατήσουμε, βυθούς για να αναβαπτισθούμε, αντανακλάσεις για να δούμε το φως και κύματα για να ταξιδέψομε, μας αφήνει να κατανοήσομε πως ο ζωγράφος είναι ένας από μας, πως κι αυτός ταξιδεύει. Μόνο που μπορεί να μας ζητά επιτακτικά να χαράξομε μόνοι μας την υπόλοιπη πορεία. Κι είναι τότε που η μέθεξη ολοκληρώνεται• κι είναι τότε που σκέφτεσαι πως η ομορφιά του κόσμου βρίσκεται στα απλά πράγματα του, πως χρωστάμε ακόμη όνειρα και πως οι επόμενες γενιές επιμένουν στην υποθήκη τους. Μας ζητούν επιτακτικά να μπορούν να ταξιδεύουν. Στο ίδιο γαλάζιο…
Νίκος Ψιλάκης

Υπάρχουν ζωγράφοι στην πόλη μας, αληθινοί καλλιτέχνες; Αναρωτήθηκε φίλος που αναζητούσε κάποιο έργο, να στολίσει το σπίτι του. Πόσοι και ποιοί είναι το θέμα, συλλογίσθηκα και απέφυγα οποιοδήποτε σχόλιο, για τους ποικίλους σχεδιαστές και “κολορίστες” , που συχνά μας καλούν να δούμε και να αγοράσουμε τα έργα τους.
Περιορίσθηκα να αναφέρω αυτούς που ξέρω, πρώτο τον Μανώλη Σαριδάκη , επειδή βρίσκεται στη γειτονιά μας, στη οδό Βιάννου 44 . Ένα νέο σχετικά καλλιτέχνη, που εδώ και καιρό έχει βρει το δρόμο του και προσφέρει τα δώρα της τέχνης του, χωρίς περιττούς θορύβους και φανφάρες. Με τα νάματα του ζωγράφου πατέρα του (Δημήτριος Σαριδάκης 1912-1977) μπήκε στο χώρο που κάποτε λάμπρυναν οι παλιοί μαϊστορες του Μεγάλου Κάστρου και προχώρησε στους σκολιούς δρόμους, με περίσκεψη και αιδώ. Έκανε πολλά βήματα, πέρα και μακριά από τις κατευθύνσεις του ταλαντούχου πατέρα του. Τα κατάφερε, εκεί που απέτυχαν πολλοί, στο προσωπικό ύφος. Ο Θωμάς Φανουράκης για άπειρα χρόνια, είχε μοχθήσει να φτάσει κάπου, βρήκε τον δικό του τρόπο, όταν είχε πλησιάσει τα γεράματα.
Ο Μανώλης Σαριδάκης, δεν ξέρω αν είναι σημαντικότερος ζωγράφος, είναι σίγουρα πιο παραγωγικός και άμεσος, έφτασε πιο γρήγορα, στα δικά του εικαστικά οράματα. Ο Φανουράκης, ανακάλυψε στο πληκτικό του δωμάτιο την έμπνευση, στα έπιπλα με τις σκληρές γωνιές, στα ξύλα με τα ανήσυχα νερά. Εσωτερικός και τακτικός, ο κάτοικος του Μπεντεβή, στον κλειστό χώρο ενός δωματίου, σχεδίασε τις χρωματικές συνθέσεις του και πέτυχε, όταν ήταν σε καλή φόρμα (διάθεση) ευχάριστα αποτελέσματα. Ο Μ. Σαριδάκης έφυγε απ την Παλιά Πόλη, ταξίδεψε με την μηχανή του (μοτοσικλέτα) απ’ άκρου εις άκρον της Κρήτης , για να βρει τις εικόνες του. Και φυσικά είδε θάλασσες και ταξίδια κι αναλαμπές και πολλά εξαίσια θεάματα. Και τον καμβά του, πλημμύρισαν αλμυρά νερά και βότσαλα και στρώθηκε άμμος. Ήτα ριψοκίνδυνος και γι αυτό τυχερός! Κέρδισε, στον ατέλειωτο φυσικό χώρο, ότι έχασε ο Φανουράκης στο μικρό του δωμάτιο. Οι άξονες της σύνθεσης που χρησιμοποίησε παλιός ηρακλειώτης ζωγράφος, επηρεασμένος από τους Γάλλους μοντερνιστές ( Μοντριάν), δεν τους είχε ανάγκη ο νεότερος, που πατούσε καλά στα πόδια του, είχε μεγαλύτερη σιγουριά και κυλούσε τις ζαριές του χωρίς φόβο, γιατί ήξερε ότι “μια ριξιά ζαριών δεν καταργεί ποτέ τη τύχη”( Α. Εμπειρίκος).
Κι όμως είχαν και οι δυο καλλιτέχνες κοινούς τόπους, την σαφήνεια της έκφρασης, την μεγάλη δεξιοτεχνία, την τακτικότητα και την προσοχή, την τάση για υπέρβαση της εικόνας, την αφαίρεση, την σουρεαλιστική διάθεση. Ο Σαριδάκης πιο ζεστός στα δροσερά νερά του, πιο ουσιαστικός στις εικόνες του, θαλασσινός και ταξιδιώτης, περιπετειώδης , μας παίρνει στα τοπία του ήλιου, στην ζωή που, ψάχνει αμφιβάλλει μα προχωρεί, κι όταν τρομάζει , έχει μια αχτίδα ελπίδας. Ας είναι οι παραστάσεις του πρόσχημα, ας κρύβει τις μύχιες σκέψεις του, σε σκοτεινές υπεκφυγές, δεν κοροϊδεύει, δεν μορφάζει, δεν είναι μίμος της αγοράς. Σαν καλός ηθοποιός, σκηνοθετεί και παίζει σκηνές που φαντάζεται, τον ενδιαφέρει το ήθος, όχι η επίδειξη στοιχείων χαρακτήρων. Η μοντέρνα σκηνή του , δεν έχει αληθινά πρόσωπα, απηχεί (εικονογραφεί) τις ιδέες μας, όταν υπάρχει κάτι να σκεφτούμε. Γι αυτό αρέσει στους νέους και πλησιάζει ευαισθησίες που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. “Ψηλαφώντας το αόρατο” όπως λέει ο ίδιος, ίσως πλησιάζει, την θρησκευτικότητα και την πιο μακρινή μήτρα της τέχνης. Και βέβαια η τέρψη της δημιουργίας, φέρνει τα μύρα των ιερών και γονιμοποιεί ανάγκες και πυροδοτεί εκρήξεις, όταν κάποτε τις έχουμε ανάγκη. Μα πριν και πέρα από κάθε τι, το τραγούδι κάθε τελετής, η ποίηση πριν από κάθε εικόνα, η αιτία και το αποτέλεσμα της, θα ναι αισθηματική, σπερματική “απόλυτα ερωτική, ή δεν θα υπάρχει”(Εμπειρίκος). Ο Μ. Σαριδάκης, μας φέρνει τη ζωγραφική, όχι ως διακόσμηση, με τα ουσιαστικά στοιχεία της τέχνης του, για να προβληματισθούμε, να σκεφτούμε, να νοιώσουμε χαρά.


Βασίλης Ζεβελάκης
Ηράκλειο 2009


Στην Ελλάδα σήμερα όλοι τρέχουν. Βλέπετε τα πρότυπα της Εσπερίας είναι βιαστικά. Όλοι γρηγορούν στο εύκολο χρήμα, στην ανώδυνη δόξα, στη γρήγορη καταξίωση. Δεν εξαιρούνται στις μέρες μας και μερικοί σοφοί που βιάζονται να ανακοινώσουν τους καρπούς της νόησης πριν ακόμα φυτέψουν το δένδρο της γνώσης.
Στην αντίπερα όχθη, όσων βιάζονται, βρίσκεται ο Μανώλης Σαριδάκης. Χρειάστηκαν μια ντουζίνα χρόνια από τότε που αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και να δημοσιεύσει το απόσταγμα του έργου του. Ο Μανώλης αντιτιθέμενος στο “ουδείς προφήτης στον τόπο του” ξεκίνησε την εικαστική του παρουσία στη ιδιαίτερη του πατρίδα το Ηράκλειο με σταθερά βήματα, περίσσεια σκέψη και σεμνότητα. Με την ποιότητα της δουλειάς του έδρεψε τους καρπούς της πολύμοχθης και μακρόχρονης σταθερής ενασχόλησης του με τη ζωγραφική δημιουργία. Η επιτυχία της πρώτης του ατομικής έκθεσης (Μάιος 96. Γκαλερί Σταυρακάκη) και οι καλές μαρτυρίες τον δικαίωσαν.
Ο Μανώλης Σαριδάκης με τα γνώριμα εικονογραφικά στοιχεία, ισορροπημένα σε επίπεδες αφαιρετικές επιφάνειες, ομιλεί καλά τη διεθνή εικαστική γλώσσα. Έχει την προσωπικότητα της ιδιαίτερης γραφής, τη γνώση της πλαστικής έκφρασης και την αφομοιωμένη σπουδή της τεχνικής που χρησιμοποιεί με μαστοριά και δεξιότητα. Τα προσόντα αυτά δίδουν την ευχέρεια, τόσο απλά και γνώριμα, σε όλους μας να δούμε να γνωρίσουμε και να εμβαθύνουμε στο έργο του.

Κώστας Σταυρακάκης
Μεσόγειος 22 Φεβρουαρίου 1998

 

Η Ανάγνωση μιας έκθεσης
Βασικό σημείο του προβληματισμού στη δουλειά του Μανώλη Σαριδάκη είναι η αναζήτηση της ενότητας μέσα από την πολλαπλότητα. Εμπνευσμένος απ’ τις θέσεις του μοντερνισμού και τη σχέση της τέχνης με τη ζωή με την οποία αίρεται κάθε διαχωριστική γραμμή, ο Μανώλης Σαριδάκης αποδέχεται την πολλαπλότητα της πραγματικότητας που όμως μέσα από οσμωτικές διαδικασίες θα επιτευχθεί η ενότητα- η αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με το περιβάλλον.

Στη συγκεκριμένη ζωγραφική ενότητα ο καλλιτέχνης ενδιαφέρεται για τη σχέση μορφής χώρου στη διαλεκτική της κάθε φορά κατάσταση. Η ένταση που ανακλάται από τη ζωγραφική επιφάνεια των έργων σχετίζεται με τον τρόπο απόδοσης του χώρου καθώς και από την επανάληψη των δομικών στοιχείων μέσα σε νέα κάθε φορά δομικά πλαίσια.

Ο ζωγράφος δίδει προτεραιότητα στον τρόπο ή στην δράση που είναι ηθικά ουδέτερη και κατά συνέπεια στην ίδια τη ζωγραφική παρά στη διαδικασία της επινόησης και δημιουργίας εικόνων. Τα εικονογραφικά στοιχεία δεν σημασιοδοτούνται με βάση την εμπειρία, δεν αγκιστρώνονται και δεν καθηλώνονται από την μνήμη. Η δράση φέρνει το παρελθόν και το μέλλον να συναιρούνται στο παρόν. Στην ενεργοποιημένη ζωγραφική επιφάνεια αυτό που ενδιαφέρει τον καλλιτέχνη είναι η αποκάλυψη που περιέχεται στην δράση.

Ελένη Στρατάκη, Απρίλιος 1999

Περιοδικό «Όστρια», Τεύχος 8


Mανώλης Σαριδάκης. Στους ίσκιους των μικρών ωρών, 90 X 80 εκ. ακρυλικό σε καμβά. 2018.

 

Ο Μανώλης Σαριδάκης γνωρίζει το πέλαγος, το μεγάλο άπλωμα του γιαλού με όλα εκείνα τα στοιχεία γνωστά η άγνωστα που έχει να μας πει, γνωρίζει το χρώμα που αλλάζει κατά καιρούς η θάλασσα κυματούσα ή ήρεμη και την απεραντοσύνη του τοπίου.
Όμως εδώ θέλει να καταγράψει το μικρόκοσμο που έχει τη δυνατότητα να ελέγξει και στη συνέχεια να ερμηνεύσει το μεγάλο. Τα βότσαλα σμιλευμένα από τα κύματα, η άμμος που ορίζει τη γραμμή της γης με το θαλάσσιο περίβρεγμα, είναι αυτά που επεξεργάζεται και πασχίζει να αποδώσει στους πίνακες του, χρησιμοποιώντας καινούργια μέσα και τεχνικές, που γνωρίζει πολύ καλά, με στόχο το εικαστικό ζητούμενο.
Ο Μανώλης Σαριδάκης δεν αγνοεί την φύση, την μελετά με επιμονή φωτο-γραφίζει καδράροντας τμήματα της και επεμβαίνει, έχοντας πάντα τη δύναμη των βιωμάτων των παιδικών χρόνων (ποιος δεν έπαιξε με τα χάρτινα καραβάκια!). Εδώ θέλω να επισημάνω το μικρό που θαυμάσια ερμηνεύει το μεγάλο.
Κατασκευάζει το χάρτινο καραβάκι από κάποιες εφημερίδες και το αφήνει να πλέει στο νερό ή να ακουμπά στα βότσαλα, να κουβαλάει ένα κρυφό λόγο, τον κώδικα που έχει ο Μανώλης στην ζωγραφική του, που μας λέει αυτά που οι παλαιότεροι δάσκαλοι της τέχνης είπαν με διαφορετικό τρόπο και που μας εισάγει στην εικόνα αυτή καθ’ αυτή με τα μέσα που ο ίδιος έχει κατακτήσει στη ζωγραφική του.
Γιώργης Κουνάλης, Ζωγράφος, Χανιά 10-5-2004

Στην Γκαλερί Σταυρακάκη εκθέτει τα έργα της πρώτης του ατομικής έκθεσης ο ζωγράφος Μανώλης Σαριδάκης. Χαρακτηριστικά της δουλειάς του νέου ζωγράφου είναι ο εκφραστικός τρόπος, που ξεκίνησε εξ αρχής με κάποιες αναφορές από την αφηρημένη τέχνη, και που βαίνει παράλληλα με την ιδιότυπη επιλογή του θέματος, επίσης οι χρωματικοί τόνοι που διαχέονται αβίαστα στον πίνακα και τέλος και το κυριότερο η συνύπαρξη – σύζευξη των δυο διαφορετικά αντιθέτων στοιχείων, του αφύσικου και του πραγματικού. Σ’ αυτή την υπέρβαση του φυσικού – πραγματικού, που άλλαξε, ποιητική αδεία θα λέγαμε, σε φανταστικό υπάρχει το παιχνίδι της πρωτοτυπίας και της ευρηματικότητας του καλλιτέχνη, που θέλει να ξεκόψει από το συμβατικό, την επανάληψη και προσπαθεί να δώσει στην τέχνη του το κατά δύναμη τέλειο, να βρει το νέο, το πρωτότυπο και το προσωπικό.

Η δουλειά το Μανώλη Σαριδάκη είναι ένα άξιο να προσεχτεί ξεκίνημα με αξιώσεις μέσα στο γενικό κλίμα της σύγχρονης τέχνης, κατά τη γνώμη του γράφοντος. Μένει να περιμένει κανείς τι επιπτώσεις θα έχει στην κατοπινή του δουλειά. Γιατί οι επιτυχίες που προηγήθηκαν δεν μπορεί παρά να είναι απαιτητικές, να έχουν αξιώσεις σε οτιδήποτε πρόκειται να ακολουθήσει.

Εφ. «ΠΑΤΡΙΣ», 2 Ιουνίου 1996

Με τον Σαριδάκη σπουδάσαμε μαζί στην ΑΣΚΤ, πρώτα με τον Μόραλη κι ύστερα με τον Μυταρά. Επί χρόνια σεργιανάγαμε στο περιστύλιο, αφελείς και ονειροπαρμένοι, βολιδοσκοπώντας τα άγνωστα νερά της τέχνης. Αργότερα, όταν τέλειωσε κι εκείνο το παραμύθι, εκείνος επέστρεψε στη γενέτειρά του, την Κρήτη και εγώ παρέμεινα εντός των τειχών.
Στην τριακονταετία που μεσολάβησε έκτοτε, διατηρήσαμε ωστόσο μια επαφή που αργότερα βασίστηκε περισσότερο στην αλληλοεκτίμηση, παρά στις αλλοτινές μας αναφορές.

Μιλάμε συνήθως για εικαστικά. Ανταλλάσουμε εμπειρίες θα έλεγα, σαν να προσπαθούμε να χωρέσουμε κάτι μεγάλο σ’ ένα σπιρτόκουτο, στα πέντε – δέκα λεπτά που διαθέτουμε κάθε φορά. Ύστερα γυρνάμε στα δικά μας και δε μιλάμε για καιρό.
Επιστρέφουμε όμως, πότε εκείνος και πότε εγώ, μιλάμε για τα τρέχοντα, του λέω κάτι που άκουσα και ‘κείνος μου περιγράφει μια σκηνή που διαδραματίστηκε, μια συνάντηση. Μου περιγράφει τα γεγονότα συμπεριλαμβάνοντας τον καιρό, το χρώμα των πεσμένων φύλλων, τη μάρκα της μπύρας, τη βαβούρα της αγοράς, τον παχύ ίσκιο κάποιας βελανιδιάς, μια κατεστραμμένη πρόσοψη, το κελάρυσμα ενός ρυακιού, τη ζέστη της πέτρας, το βάρος του ουρανού, τα ακροκέραμα και τα γεράνια, τι ώρα ήταν, ποιοι παρευρίσκονταν, τι δουλειά κάνουν… σαν μια ολοκληρωμένη παράσταση, σαν σκηνοθέτης που ξεδιαλύνει τι θα προσθέσει ή θα αφαιρέσει στην τραγωδία του.

O ψίθυρος του μπλέ, ακρυλικό σε καμβά, 2005
Όταν δε μιλάμε ο Σαριδάκης ζωγραφίζει σύννεφα, γαλλικά κανάτια, την απουσία, τη σιωπή στα αβαθή του γιαλού, ζωγραφίζει την ποίηση του ανείπωτου, κάνει διάλογο με τα χρώματα, με το μοντέρνο και την παράδοση, τα συγχέει, τα απομακρύνει, τα διαχωρίζει και τα εξετάζει στο μικροσκόπιο, τα βλέπει προοπτικά ή τα ξελαφρώνει απ’ την οντολογική τους διάσταση, ψάχνει τα κρυμμένα τους μυστικά, αποκωδικοποιεί απόκρυφα μηνύματα, τα μεταγλωττίζει, τα φανερώνει ή τα θάβει προσεκτικά, με ευλάβεια, σε ‘κείνον τον ονειρικό του κόσμο.
Και κάθε φορά που κλείνω το τηλέφωνο και σκέφτομαι πως τώρα πια δεν είμαι κανείς, φέρνω στον νου μου αυτές τις κουβέντες, την απόκοσμη αυτή οπτική, τις διαστάσεις των αγνοημένων πραγμάτων.

Και πάντα καταλήγω πως δεν ξέρω αν ο Σαριδάκης είναι ζωγράφος ή αμιγώς ποιητής.

Γιάννης Πέτσας
Ζωγράφος – συγγραφέας

Κοντεύουν δυο αιώνες από τότε που ο Χέγκελ ανακοίνωνε τον προσεχή θάνατο της ζωγραφικής. Έκτοτε, και ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ο ι ιστορικοί της τέχνης άλλά κυρίως οι τεχνοκριτικοί υιοθετώντας τη θέση του Χέγκελ ανακοινώνουν με ετούτη ή εκείνη την αφορμή ότι η ζωγραφική έχει πλέον πεθάνει. Εάν δεχτούμε όλες αυτές τις αναγγελίες θα βρεθούμε πολύ γρήγορα μπροστά στη φιλοσοφική αλλά και ρεαλιστική απορία που εκφράζεται ως εξής: εάν η ζωγραφική έχει πεθάνει τότε πως συμβαίνει και συνεχίζει όχι μόνο να υπάρχει αλλά και να χαίρει άκρας υγείας, περνώντας από τα εργαστήρια των καλλιτεχνών στους τοίχους των γκαλερί και των οίκων δημοπρασίας ή ακόμη σε αυτούς των σπιτιών των συλλεκτών μέχρι τα μουσεία; Μήπως δεν έχει πεθάνει; Μήπως πρόκειται για ένα φοίνικα που ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του; Μήπως όλοι αυτοί που ανακοινώνουν το θάνατο της απλώς τυγχάνει να ενδιαφέρονται για άλλες καλλιτεχνικές εκφράσεις και εκφάνσεις; Η ζωγραφική του Μανώλη Σαριδάκη αποτελεί μία απάντηση για την κατάσταση της υγείας του μέσου και έρχεται να εναντιωθεί σε όλες τις νεκρολογικές λιτανείες και τα μνημόσυνα στα οποία αναφερόμαστε. Η κατανόηση αυτής, όπως και της οποιασδήποτε ζωγραφικής, δεν μπορεί παρά να περάσει από ένα σύνολο ιστορικών, ζωγραφικών, κοινωνικών, και φορμαλιστικών στοιχείων και πλαισίων τα οποία θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε συνοπτικά.
Ο τόπος, ο χώρος και ο χρόνος της δημιουργίας ενός καλλιτέχνη είναι ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία. Στην περίπτωση του Μανώλη Σαριδάκη ο τόπος είναι ο ελλαδικός και ο χώρος είναι αυτός της βορείου Κρήτης και ενίοτε των Αθηνών. Ο χρόνος είναι αυτός του τέλους της δεκαετίας του 1990 και των αρχών αυτής του 2000. Ένας καλλιτέχνης διαφοροποιείται από τους άλλους ανθρώπους όσον αφορά την αλληλεπίδραση και τη διαπραγμάτευση της καθημερινότητας του με τα στοιχεία που τον περιβάλλουν. Τα στοιχεία στα οποία έγκειται η ετερότητα του είναι αφ’ ενός μεν η αυξημένη ευαισθησία απέναντι στα ερεθίσματα και αφ’ ετέρου τα στοιχεία της έκφρασης που ξεπερνούν το λόγο και χρησιμοποιούν την εικόνα ως μέσο έκφρασης. Τόσο η βόρεια Κρήτη και συγκεκριμένα το Ηράκλειο όσο και η Αθήνα, αποτελούν τεραστίων διαστάσεων αισθητικά βασανιστήρια για αυτούς που ζουν και εργάζονται μέσα σε αυτά, από την αρχιτεκτονική επιφάνεια των κτιρίων μέχρι τη μετακίνηση μέσα στο χώρο. Στην περίπτωση του Ηρακλείου τα γεωφυσικά χαρακτηριστικά του τόπου παρουσιάζουν κάποιες ιδιαιτερότητες. Τρία στοιχεία είναι διαρκώς αισθητά: η σχέση του νησιού με τη θάλασσα, η βόρεια έκθεση της τοποθεσίας και ο αμείλικτος ήλιος της νότιας μεσογείου που ισοπεδώνει τις φόρμες και τα χρώματα. Στο συγκεκριμένο λοιπόν χώρο και τόπο, εν μέσω της φανατικής και δογματικής αναρχίας που χαρακτηρίζει την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική, ο Μανώλης Σαριδάκης στρέφεται προς δύο σύνολα στοιχείων. Το πρώτο σύνολο είναι αυτό των ανθρωπίνων κατασκευών που διατηρούν μια αισθητική. Το δεύτερο σύνολο αποτελείται από τα στοιχεία που ο άνθρωπος δεν έχει καταφέρει ακόμα να παραμορφώσει: τη θάλασσα και τον ουρανό. Κοιτώντας τους πίνακες, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Σαριδάκης διαπραγματεύεται τα θέματα της ζωγραφικής του στο χώρο του λιμανιού και της θάλασσας.

O Mανώλης Σαριδάκης εκθέτει την νέα του δουλειά στην «Gallery Diana Down Town». Η θάλασσα κεντρίζει την δημιουργική φαντασία του, με αποτέλεσμα τα πρωτόφαντα έργα του να κρύβουν την πιο τρυφερή της εκδοχή. Ο νέος δημιουργός απέδειξε ότι μπορεί να οικειοποιείται τα μυστικά της ζωγραφικής για την απόδοση των οραμάτων του.

Τάκης Μαυρωτάς

Carnet εικαστικά

Περιοδικό MARIE CLAIRE Ιούνιος , 2002

cof

Σαββατόβραδο, πρώτη του Δεκεμβρίου – στην έκθεση του Μανόλη Σαριδάκη, με περιέργεια και συγκίνηση. Παρακολουθούμε προσεκτικά την πορεία του καλλιτέχνη από τα πρώτα του βήματα, ξέραμε ότι κάτι αλλάζει, περιμέναμε κάποια έκπληξη. Όταν βρεθήκαμε στην υπόγεια αίθουσα που με περισσή φροντίδα (και γούστο)διαρρύθμισε ο Κώστας Σχιζάκης κι η σύντροφός του, μέσα στην πολυκοσμία των εγκαινίων, δεν βρήκαμε τον ζωγράφο – αλλά τα έργα του που βέβαια τον αντιπροσώπευαν πολύ έγκυρα.
Η αλλαγή ήταν σημαντική, η θάλασσα και ο διάφεγγος βυθός, τα συνηθισμένα θέματα του ζωγράφου είχαν χαθεί . Έγινε στεριανός συλλογίστηκα , μα όταν πρόσεξα καλύτερα , κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Ναι ήταν στεριανά τα θέματα, μα η θάλασσα υπονοείται, κι όταν δεν φαίνεται – τριγύρισα όλες τις εικόνες του , σημείωσα φώτα (λάμπες) και πουλάκια. Η θάλασσα, παραλία και νησί στο βάθος – μας ταξιδεύει σε τόπους ονειρικούς στην παιδική ηλικία και τις αναμνήσεις που δεν σβήνουν, σκεφτόμουν.
Μα οι σημερινές εικόνες οι πιο πολλές ,είναι φυλλώματα, από κάμπους και βουνά και λάμπες από κοσμικά σαλόνια. Η απίθανη δεξιοτεχνία του Μανόλη Σαριδάκη , απλώνει στους καμβάδες ήρεμες εικόνες και λαμπερά χρώματα περισυλλογής, ο ζωγράφος σκέφτεται τη φύση και τις αστικές σχέσεις. Δεν τον νοιάζουν οι τυπικότητες, σκέφτεται το μέσα μέρος, του χώρου και των αισθημάτων. Η αισιοδοξία του δεν ήταν ποτέ ψηλή, μα δεν γυρίζει πίσω, στην κριτική του χάους. Σχεδιάζω πάει να πει δημιουργώ, δηλαδή κάνω, χτίζω γέφυρες, εκεί που γίνεται μα κι εκεί που το ανέφικτο μας προκαλεί.
Οι λάμπες του ξέφυγαν από τον Σπύρο Βασιλείου (όπως και τα στεφάνια) μα εδώ είναι επαρχία, έξω από το σπίτι μας δε είναι ο ηλεκτρικός μα το χωράφι, τα δέντρα και τα πουλιά. Ο Μανόλης Σαριδάκης, είναι ζωγράφος δεύτερης γενιάς, ήταν κι ο πατέρας του, δεν είναι το ίδιο με τους πλούσιους φίλους μας (που κληρονομούν τις επιχειρήσεις των δικών τους), το ταλέντο, η σφραγίδα της δωρεάς, (όπως θα λεγε ο Γ. Παπανδρέου, ο παππούς) δεν κληρονομείται, δεν μεταβιβάζεται και είναι πολύ-πολύ σπάνιο.
Η δουλειά που είδαμε, ήταν εξαιρετικής ποιότητας και σημασίας, ο ζωγράφος ωρίμασε, πέρασε τους δρόμους που τον συγκίνησαν, για να πετάξει ακόμα πιο ψηλά: εκεί που θα βρει τα δικά του πουλιά, τις χάρτινες βάρκες των παιδικών του χρόνων, τους βυθούς και τις θάλασσες αλλά και τα δικά μας ατέλειωτα βάσανα, τις προσδοκίες και τις ασίγαστες λαχτάρες.
Βασίλης Ζεβελάκης

Ψηλαφώντας ένα αόρατο σύνορο

Ο Καμύ είχε κάποτε προσδιορίσει τον βίο σαν μια συνεχή αφαιρετική διαδικασία που απογυμνώνει τον εαυτό μέχρι τις τρεις τέσσερις εικόνες που κάποτε άνοιξαν την καρδιά.

γράφει ο Νίκος Σπήλιος Αργυρόπουλος

Λέμε συχνά ότι κάθε εικόνα διηγείται μιαν ιστορία. Οι συνειρμοί που καθοδηγούν τον Σαριδάκη στο τελάρο κατάγονται, βέβαια, από τη μνήμη, αλλά ο θεατής τους βρίσκεται να πολιορκεί ένα αόρατο σύνορο στο οποίο έχει προσκρούσει και ψάχνει τρόπο να διαβεί και να διαβάσει.
Η επίκληση της εποχής της παιδιάς (χάρτινα καραβάκια και μπάλλες πλαστικές) και της εποχής του ενήλικου ονείρου (πόρτες που ανοίγουν στο γαλάζιο τίποτα) δεν εξυπηρετεί εν τέλει τίποτε άλλο παρά την επαναφορά της ουσίας της μνήμης στο προσκήνιο. Χάριν τους κάποτε μάθαμε να ψηλαφούμε τον κόσμο και τώρα που εξεχάσαμε την αφή, μ’ αυτήν πάλι την παιδιά και το όνειρο καλούμαστε να ξαναβρούμε το μυστικό πέρασμα του συνόρου, ψηλαφώντας το πρόσωπο του εαυτού, αόρατου παρόντα στους πίνακες.
Η απουσία προσώπων από τους πίνακες ελευθερώνει τα πράγματα να ιδωθούν πάλι χωρίς τις χειροπαίδες των ονομάτων τους. Ο Σαριδάκης στήνει ένα μνημείο στην απουσία, εξορίζοντας το ένοχο δημόσιό μας πρόσωπο, ενώ αποενοχοποιεί πάλι το ιδιωτικό και το προσκαλεί να εισέλθει στη μνήμη που προβάλλει παρούσα και ανοιχτή σαν αέναη δυνατότητα.

Νίκος Αργυρόπουλος

0